ψάξιμο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ψάξιμο ψαξίματα
γενική ψαξίματος ψαξιμάτων
αιτιατική ψάξιμο ψαξίματα
κλητική ψάξιμο ψαξίματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψάξιμο < ψάχ-νω < αρχαία ελληνική ἔψαυκα, παρακείμενος του ψαύω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ψάξιμο ουδέτερο

  1. αναζήτηση, έρευνα, αλλά συνήθως για αντικείμενα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]