ψάρακες

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή ουσιαστικού[επεξεργασία]

ψάρακες αρσενικό

  1. ψάρακας, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού