Μετάβαση στο περιεχόμενο

ψάρεψα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

ψάρεψα

  • α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψαρεύω