ψάχνομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψάχνομαι < παθητική φωνή του ρήματος ψάχνω

Ρήμα[επεξεργασία]

ψάχνομαι, πρτ.: ψαχνόμουν, στ.μέλλ.: θα ψαχτώ, αόρ.: ψάχτηκα, μτχ.π.π.: ψαγμένος

  1. ψάχνω να βρω κάτι πάνω μου, πχ. στις τσέπες μου
  2. (οικείο) αναζητώ το δρόμο μου στη ζωή
  3. (οικείο) είμαι σε φάση αναζήτησης, ιδιαίτερα ερωτικού συντρόφου

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]