ψέγομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψέγομαι< παθ. φωνή του ρήμ. ψέγω

Ρήμα[επεξεργασία]

ψέγομαι

  1. το να με επικρίνει κάποιος.

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]