ψέκασμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ψέκασμα ψεκάσματα
γενική ψεκάσματος ψεκασμάτων
αιτιατική ψέκασμα ψεκάσματα
κλητική ψέκασμα ψεκάσματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψέκασμα < ψεκάζω + -σμα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ψέκασμα ουδέτερο (πιο δόκιμο στον ενικό)

  • η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ψεκάζω

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]