ψέκτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ψέκτης ψέκτες
γενική ψέκτη ψεκτών
αιτιατική ψέκτη ψέκτες
κλητική ψέκτη ψέκτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψέκτης < αρχαία ελληνική ψέκτης

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ψέκτης αρσενικό (γενική & ψέκτου)

  1. που επιρρίπτει ψόγο, κατηγορία, σε κάποιον άλλον, ο κατήγορος, ο ψέγων

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική ψέκτης ψέκτα ψέκται
Γενική ψέκτου ψέκταιν ψεκτῶν
Δοτική ψέκτ ψέκταιν ψέκταις
Αιτιατική ψέκτην ψέκτα ψέκτας
Κλητική ψέκτα ψέκτα ψέκται

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψέκτης < ψέγω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ψέκτης αρσενικό

  • εκείνος που βρίσκει πταίσματα, ψεγάδια, που ψέγει, κατηγορεί
  • Ἀθηναῖος τί δ᾽ ἐπαινέτην ἢ ψέκτην κοινωνίας ἡστινοσοῦν ᾗ πέφυκέν τε ἄρχων εἶναι μετ᾽ ἐκείνου (Πλάτωνας)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]