ψέλλισμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ψέλλισμα ψελλίσματα
γενική ψελλίσματος ψελλισμάτων
αιτιατική ψέλλισμα ψελλίσματα
κλητική ψέλλισμα ψελλίσματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψέλλισμα < μεταγενέστερη ελληνική ή ψέλλισμα αρχαία ελληνική ψελλίζομαι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ψέλλισμα ουδέτερο

  1. λόγος που εκφωνείται χαμηλόφωνα, διστακτικά ή/και με προβληματική άρθρωση από ενήλικα ή οι πρώτες απόπειρες ενός βρέφους να μιλήσει, τα πρώτα του λογάκια
  2. ανολοκλήρωτος και μη πειστικός λόγος ή επιχείρημα
    Τα ψελλίσματα, οι απίθανες δικαιολογίες για τα συγγενικά και φιλικά πρόσωπα που διορίστηκαν παραμονές των εκλογών σε εποπτευόμενο από τον ίδιο κρατικό οργανισμό, αλλά και η επίκληση του παλαιοκομματικού επιχειρήματος «και οι άλλοι τα ίδια έκαναν», φανέρωναν πρόσωπο κυνικό, που δεν έχει αίσθηση των πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών, ούτε αντίληψη της οργής που διακατέχει τον ελληνικό λαό. (από την εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 6 Ιουλίου 2010)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]