ψήλωμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ψήλωμα ψηλώματα
γενική ψηλώματος ψηλωμάτων
αιτιατική ψήλωμα ψηλώματα
κλητική ψήλωμα ψηλώματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψήλωμα < ψηλώνω + -μα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ψήλωμα ουδέτερο

  1. το αποτέλεσμα του ψηλώνω, η διαδικασία, η φάση της ανάπτυξης σε ανθρώπους, φυτά και ζώα, αλλά και η απόκτηση επιπλέον ύψους σε αντικείμενα


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]