ψήσιμο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψήσιμο < ψήνω (αοριστικό θέμα ψησ- + -ιμο)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ψήσιμο ουδέτερο

  • η ενέργεια του ψήνω
    1. η παρασκευή φαγητού στο φούρνο ή στα κάρβουνα
      το καθιερωμένο πασχαλιάτικο ψήσιμο του οβελία
    2. η σωματική ταλαιπωρία που συνεπάγονται οι υψηλές θερμοκρασίες του περιβάλλοντος ή ο πυρετός
    3. η σκληραγώγηση
    4. η προσπάθεια να πείσεις κάποιον να προχωρήσει σε μια ενέργεια ή να συμφωνήσει σε κάτι
      θέλει ο γιος μου να πάρει κονσόλα τα Χριστούγεννα και μου έχει αρχίσει από τώρα το ψήσιμο
      συνώνυμα: ψηστήρι


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]