ψήφισμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ψήφισμα ψηφίσματα
γενική ψηφίσματος ψηφισμάτων
αιτιατική ψήφισμα ψηφίσματα
κλητική ψήφισμα ψηφίσματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψήφισμα < αρχαία ελληνική ψήφισμα < ψηφίζω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ψήφισμα ουδέτερο

  1. απόφαση που συνήθως διατυπώνεται σε κείμενο με το οποίο εκφράζεται η άποψη ενός συλλογικού σώματος ή μιας συγκέντρωσης πολιτών για ένα συγκεκριμένο ζήτημα, η διαμαρτυρία εκείνων που εκδίδουν τη σχετική απόφαση για κάτι ή η διατύπωση ενός αιτήματος -πάλι από ομάδα ατόμων

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψήφισμα < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ψήφισμα ουδέτερο

  1. πρόταση, που έχει επικυρωθεί και νομιμοποιηθεί με ψηφοφορία από την εκκλησία του δήμου

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • ψήφισμα γράφω: εισάγω πρόταση για ψηφοφορία
  • ψήφισμα ἐπιψηφίζω: (για προέδρους) βάζω σε ψηφοφορία
  • ψήφισμα νικῶ: πετυχαίνω επιψήφιση
  • ψήφισμα καθαιρῶ: καταργώ ψήφισμα