ψίκι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψίκι < μεσαιωνική ελληνική ψίκιν < ὀψίκιον < ὀβσέκουιον < λατινικό obsequium (η ακολουθία, η συνοδεία)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ψίκι ουδέτερο

  1. (παρωχημένο) η πομπή, η ακολουθία του γάμου

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]