ψίξ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική ψίξ ψῖχε ψῖχες
Γενική ψιχός ψιχοῖν ψιχῶν
Δοτική ψιχί ψιχοῖν ψιξί(ν)
Αιτιατική ψῖχ ψῖχε ψῖχᾰς
Κλητική ψίξ ψῖχε ψῖχες

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψίξ < ψίω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ψίξ αρσενικό ή θηλυκό

  1. κομματάκι ψωμιού
  2. ψίχα/ψίχουλο (ψωμιού)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεσαιωνικά ελληνικά

Νέα ελληνικά