ψαθάδικο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψαθάδικο < ψαθάς + -άδικο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ψαθάδικο

  1. το εμπορικό κατάστημα που πουλούσε -κυρίως παλιότερα- ψάθα και γενικά ψάθινα είδη ή τα επιδιόρθωνε (όπως π.χ. τις ψάθινες καρέκλες)
  2. το ψαθοχώρι, το χωριό ή η περιοχή που είχε ως κύριο πηγή εισοδήματος την επεξεργασία και εμπορία ψάθινων ειδών


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]