ψακάζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψακάζω < ψακάδ- + jω ( το ψακαδ από το θέμα της γενικής της λέξης ψακάς-ψακάδος, η σταγών)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ψακάζω

  1. ψιλοβρέχω, ψεκάζω, ρίχνω σταγόνες
    καὶ εἰκάζουσιν δὲ οὕτως, οἷον πιθήκῳ αὐλητήν, λύχνῳ ψακαζομένῳ εἰς μύωπα : και οι παρομοιώσεις σχηματίζονται έτσι, ένας αυλητής μοιάζει με πίθηκο (στη στάση εξηγεί παρακάτω), και ένας μύωπας με μια λυχνία που στάζουν επάνω της ψιχάλες (επειδή τα μάτια του συσπώνται σαν τις φλόγες που τρεμοσβήνουν) (Αριστοτέλης, Ρητορική, Βιβλίο 3ο, παράγραφος 11)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]