ψακάς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψακάς < ψάω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ψακάς-άδος και ψεκάς

  1. τεμαχίδιο, κομμάτι, κόκκος που αποχωρίστηκε από ένα κύριο σώμα με τριβή, μόριο
  2. ψίχουλο
  3. σταγόνα βροχής, ψιχάλα
  4. (σκωπτικό) σαλιάρης

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]