ψαλίδι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | ψαλίδι | τα | ψαλίδια |
| γενική | του | ψαλιδιού | των | ψαλιδιών |
| αιτιατική | το | ψαλίδι | τα | ψαλίδια |
| κλητική | ψαλίδι | ψαλίδια | ||
| Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ψαλίδι < (ελληνιστική κοινή) ψαλίδιον (υποκοριστικό του ψαλίς)
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ψαλίδι ουδέτερο
- εργαλείο χεριού που αποτελείται από δύο λεπίδες και χρησιμεύει για κόψιμο
- (μεταφορικά) περικοπή (κυρίως δαπάνης)
- έπεσε ψαλίδι στους μισθούς
- σύνεργο κομμωτικής για το φορμάρισμα των μαλλιών
- εξάρτημα της ανάρτησης αυτοκινήτου και μοτοσικλέτας
- χαρακτηρισμός για πολυλογάδες
- ψαλίδι πάει η γλώσσα σου!
Εκφράσεις
[επεξεργασία]- έπεσε ψαλίδι: (σε ταινία, κείμενο κλπ) λογοκρισία
Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
ψαλίδι στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ψαλίδι
|
Πηγές
[επεξεργασία]- ψαλίδι - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ψαλίδι - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)