ψαλίδι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : Ψαλίδι

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ψαλίδι ψαλίδια
γενική ψαλιδιού ψαλιδιών
αιτιατική ψαλίδι ψαλίδια
κλητική ψαλίδι ψαλίδια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ψαλίδι < ελληνιστική κοινή ψαλίδιον (υποκοριστικό του ψαλίς)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /psa.ˈli.ði/
ένα ψαλίδι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ψαλίδι ουδέτερο

  1. εργαλείο χεριού που αποτελείται από δύο λεπίδες και χρησιμεύει για κόψιμο
  2. (μεταφορικά) περικοπή (κυρίως δαπάνης)
    έπεσε ψαλίδι στους μισθούς
  3. σύνεργο κομμωτικής για το φορμάρισμα των μαλλιών
  4. εξάρτημα αυτοκινήτου και μοτοσικλέτας
  5. χαρακτηρισμός για πολυλογάδες
    ψαλίδι πάει η γλώσσα σου!

Εκφράσεις[]

  • ανάποδο ψαλίδι (κίνηση ποδοσφαιριστή)
  • έπεσε ψαλίδι: (σε ταινία, κείμενο κλπ) λογοκρισία


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]