ψαλίδισμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ψαλίδισμα ψαλιδίσματα
γενική ψαλιδίσματος ψαλιδισμάτων
αιτιατική ψαλίδισμα ψαλιδίσματα
κλητική ψαλίδισμα ψαλιδίσματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψαλίδισμα < ψαλιδίζω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ψαλίδισμα ουδέτερο

  1. το κόψιμο με ψαλίδι
  2. η περικοπή όσων εξέχουν, περισσεύουν ή όσων κάποιος κρίνει ότι δεν είναι απαραίτητα -ξέφτια, τρίχες, αλλά και έξοδα
  3. ο ήχος από την ψαλιδιά

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]