ψαλείτε

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

ψαλείτε

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψάλλομαι
  2. θα ψαλείτε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ψάλλομαι
  3. β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ψάλλομαι