ψαλιδίζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψαλιδίζω < ψαλίδι + -ιζω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /psa.li.ˈði.zɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ψαλιδίζω, παθ. φωνή: ψαλιδίζομαι, παθ. μτχ.: ψαλιδισμένος

  1. κόβω κάτι με ψαλίδι
  2. (ειδικότερα) κόβω με το ψαλίδι άκρες ή μέρη που προεξέχουν
    ο παππούς κάθε πρωί ψαλίδιζε το μουστάκι του
  3. (μεταφορικά) κάνω περικοπές, μειώνω
    ο διευθυντής ψαλίδισε τις παροχές
  4. (για κείμενα / ταινίες) λογοκρίνω, αφαιρώ αυθαίρετα και σκόπιμα κάποια μέρη
    ψαλίδισαν δύο σκηνές, διότι ήταν πολύ τολμηρές

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]