ψαλιδισμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ψαλιδισμένος ψαλιδισμένη ψαλιδισμένο
γενική ψαλιδισμένου ψαλιδισμένης ψαλιδισμένου
αιτιατική ψαλιδισμένο ψαλιδισμένη ψαλιδισμένο
κλητική ψαλιδισμένε ψαλιδισμένη ψαλιδισμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ψαλιδισμένοι ψαλιδισμένες ψαλιδισμένα
γενική ψαλιδισμένων ψαλιδισμένων ψαλιδισμένων
αιτιατική ψαλιδισμένους ψαλιδισμένες ψαλιδισμένα
κλητική ψαλιδισμένοι ψαλιδισμένες ψαλιδισμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψαλιδισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ψαλιδίζω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ψαλιδισμένος -η -ο

  1. που έχει κοπεί με ψαλίδι, είτε από ράφτη με τέχνη και σκόπιμα, είτε κατά λάθος, που φέρει ψαλιδιά
  2. που έχει υποστεί περικοπές
    ψαλιδισμένος μισθός, ψαλιδισμένη σύνταξη



Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]