Μετάβαση στο περιεχόμενο

ψαραετός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ψαραετός οι ψαραετοί
      γενική του ψαραετού των ψαραετών
    αιτιατική τον ψαραετό τους ψαραετούς
     κλητική ψαραετέ ψαραετοί
Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Ενήλικος ψαραετός (υποείδος Pandion haliaetus carolinensis).

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ψαραετός < ψαρ- + αετός

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ψαραετός αρσενικό

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]