ψαροκόκαλο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψαροκόκαλο < ψάρι και κόκαλο
Ύφανση ψαροκόκαλου

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ψαροκόκαλο

  1. το κόκαλο του ψαριού
  2. τεχνική ύφανσης που δημιουργεί εικόνα προσομοιάζουσα στο σκελετό του ψαριού και η οποία συνηθίζεται κυρίως σε μάλλινα νήματα για κοστούμια
  3. τρόπος κόμμωσης για πλεξούδα σε μακριά μαλλιά, το αποτέλεσμα της οποίας είναι αυτά να παίρνουν το σχήμα της ραχοκοκαλιάς του ψαριού


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]