ψαροκόκκαλο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ψαροκόκκαλο ουδέτερο
- το κοκαλο του ψαριού
- ό,τι μοιάζει στο σχήμα του σκελετού του ψαριού (π.χ. ύφανση, επίστρωση δαπέδου )
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ψαροκόκκαλο
|
|