ψαροπούλι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ψαροπούλι ψαροπούλια
γενική ψαροπουλιού ψαροπουλιών
αιτιατική ψαροπούλι ψαροπούλια
κλητική ψαροπούλι ψαροπούλια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψαροπούλι < ψάρι + πουλί
Ψαροπούλι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ψαροπούλι ουδέτερο

  1. το θαλασοπούλι, η "Αλκυόνη" (Alcedo atthis), θαλάσσιο αποδημητικό πτηνό, που λέγεται και μπιρμπίλι της θάλασσας.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]