ψαροφάγος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ψαροφάγος ψαροφάγα ψαροφάγο
γενική ψαροφάγου ψαροφάγας ψαροφάγου
αιτιατική ψαροφάγο ψαροφάγα ψαροφάγο
κλητική ψαροφάγε ψαροφάγα ψαροφάγο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ψαροφάγοι ψαροφάγες ψαροφάγα
γενική ψαροφάγων ψαροφάγων ψαροφάγων
αιτιατική ψαροφάγους ψαροφάγες ψαροφάγα
κλητική ψαροφάγοι ψαροφάγες ψαροφάγα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψαροφάγος < ψάρι + -ο- + -φάγος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ψαροφάγος -α - ο

  1. που (του αρέσει να) τρώει ψάρια, ο ιχθυοφάγοςδείτε τη λέξη: .
  2. το αρσενικό ως ουσ. Ο ψαροφάγοςδείτε τη λέξη: .

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ψαροφάγος ψαροφάγοι
γενική ψαροφάγου ψαροφάγων
αιτιατική ψαροφάγο ψαροφάγους
κλητική ψαροφάγε ψαροφάγοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψαροφάγος< αρσενικό του επιθέτου ψαροφάγος ως ουσ.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ψαροφάγος αρσενικό

  1. είδος θαλάσσιου πτηνού.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]