ψαρότοπος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ψαρότοπος ψαρότοποι
γενική ψαροτόπου
& ψαρότοπου
ψαροτόπων
& ψαρότοπων
αιτιατική ψαρότοπο ψαροτόπους
& ψαρότοπους
κλητική ψαρότοπε ψαρότοποι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψαρότοπος < ψάρι + τόπος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ψαρότοπος αρσενικό

  • τοποθεσία όπου μπορεί κανείς να βρει σε αφθονία ψάρια

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]