ψατζή

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψατζή < αρχαία ελληνικά ψιακί < *ψιάκιον, υποκορ. του μετγν. ψίαξ (= σταγόνα)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ψατζή θηλυκό

  1. (κυπριακή διάλεκτος) το υπερβολικό κρύο
  2. (κυπριακή διάλεκτος) το δηλητήριο

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]