ψείρας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ψείρας < ψείρα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ψείρας αρσενικό, πληθ.: ψείρες

  1. αυτός που, από χαρακτήρα, ασχολείται εξαντλητικά με τις λεπτομέρειες

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]


32πχ Μεταφράσεις[]