ψεκτός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ψεκτός η ψεκτή το ψεκτό
      γενική του ψεκτού της ψεκτής του ψεκτού
    αιτιατική τον ψεκτό την ψεκτή το ψεκτό
     κλητική ψεκτέ ψεκτή ψεκτό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ψεκτοί οι ψεκτές τα ψεκτά
      γενική των ψεκτών των ψεκτών των ψεκτών
    αιτιατική τους ψεκτούς τις ψεκτές τα ψεκτά
     κλητική ψεκτοί ψεκτές ψεκτά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψεκτός < αρχαία ελληνική ψεκτός

Επίθετο[επεξεργασία]

ψεκτός,ή,ό

  1. ο αξιόμεμπτος, που πρέπει κάποιος να τον ψέξει

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ψεκτός ψεκτή ψεκτόν ψεκτοί ψεκταί ψεκτά
Γενική ψεκτοῦ ψεκτῆς ψεκτοῦ ψεκτῶν ψεκτῶν ψεκτῶν
Δοτική ψεκτῷ ψεκτῇ ψεκτῷ ψεκτοῖς ψεκταῖς ψεκτοῖς
Αιτιατική ψεκτόν ψεκτήν ψεκτόν ψεκτούς ψεκτάς ψεκτά
Κλητική ψεκτέ ψεκτή ψεκτόν ψεκτοί ψεκταί ψεκτά
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ψεκτώ ψεκτά
Γενική-Δοτική ψεκτοῖν ψεκταῖν

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψεκτός < ψέγω

Επίθετο[επεξεργασία]

ψεκτός

  1. ρηματικό επίθετο, αυτός που πρέπει κάποιος να τον ψέξει, να τον κατηγορήσει, ο αξιόμεμπτος
  2. αυτός που μπορεί να κατηγορηθεί