ψευδοδίλημμα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /pse.vðoˈði.li.ma/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ψευ‐δο‐δί‐λημ‐μα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ψευδοδίλημμα ουδέτερο
- ένα φαινομενικό δίλημμα που φέρνει το άτομο σε δύσκολη θέση, ενώ στην πραγματικότητα υπάρχει ρεαλιστικά μόνον μια επιλογή και κατά συνέπεια το δίλημμα είναι ανυπόστατο
- όταν το άτομο αντιμετωπίζει δύο εξίσου αποτρόπαιες προοπτικές και κατά συνέπεια δεν τίθεται ζήτημα επιλογής του καλύτερου (π.χ. τη Σκύλα ή τη Χάρυβδη)
Άλλες γραφές
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ψευδοδίλημμα