Μετάβαση στο περιεχόμενο

ψευδοδίλημμα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ψευδοδίλημμα τα ψευδοδιλήμματα
      γενική του ψευδοδιλήμματος των ψευδοδιλημμάτων
    αιτιατική το ψευδοδίλημμα τα ψευδοδιλήμματα
     κλητική ψευδοδίλημμα ψευδοδιλήμματα
Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ψευδοδίλημμα < ψευδο- + δίλημμα

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /pse.vðoˈði.li.ma/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ψευδοδίλημμα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ψευδοδίλημμα ουδέτερο

  1. ένα φαινομενικό δίλημμα που φέρνει το άτομο σε δύσκολη θέση, ενώ στην πραγματικότητα υπάρχει ρεαλιστικά μόνον μια επιλογή και κατά συνέπεια το δίλημμα είναι ανυπόστατο
  2. όταν το άτομο αντιμετωπίζει δύο εξίσου αποτρόπαιες προοπτικές και κατά συνέπεια δεν τίθεται ζήτημα επιλογής του καλύτερου (π.χ. τη Σκύλα ή τη Χάρυβδη)

Άλλες γραφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]