ψευδοκλητεία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψευδοκλητεία < ψευδής και κλητεύω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ψευδοκλητεία θηλυκό ( & ψευδοκλητία & ψευδοκλησία)

  • αδίκημα που τιμωρείτο και αφορούσε όσους πλαστογραφούσαν το όνομά τους στους καταλόγους των μαρτύρων σε μία δίκη (μάλλον ελληνιστική λέξη, αλλά αναφέρεται και η πιθανότητα να την είχε χρησιμοποιήσει ο Αριστοφάνης παλιότερα μόνον που έλειπε η μισή λέξη στον αντιστοιχο πάπυρο και δεν είναι βέβαιο ότι επρόκειτο για την ψευδοκλητεία ή άλλη λέξη με δεύτερο συνθετική κλητεία)