ψευτοπλυμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ψευτοπλυμένος ψευτοπλυμένη ψευτοπλυμένο
γενική ψευτοπλυμένου ψευτοπλυμένης ψευτοπλυμένου
αιτιατική ψευτοπλυμένο ψευτοπλυμένη ψευτοπλυμένο
κλητική ψευτοπλυμένε ψευτοπλυμένη ψευτοπλυμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ψευτοπλυμένοι ψευτοπλυμένες ψευτοπλυμένα
γενική ψευτοπλυμένων ψευτοπλυμένων ψευτοπλυμένων
αιτιατική ψευτοπλυμένους ψευτοπλυμένες ψευτοπλυμένα
κλητική ψευτοπλυμένοι ψευτοπλυμένες ψευτοπλυμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψευτοπλυμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ψευτοπλένω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

ψευτοπλυμένος

  • που δεν πλύθηκε καλά (άνθρωπος, ρούχο, αντικείμενο)


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]