ψηλά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψηλά < ψηλός

Επίρρημα[επεξεργασία]

ψηλά

  1. (τοπικά) σε μεγάλο ύψος
    το έβαλες πολύ ψηλά το βιβλίο και δεν το φτάνω, χρειάζομαι σκάλα
  2. (για ήχους) σε υψηλή συχνότητα
    είχε φωνή σοπράνο και έφτανε πολύ ψηλά
  3. (μεταφορικά) σε υψηλή θέση
    αυτό το παιδί θα φτάσει πολύ ψηλά (θα διακριθεί)

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

ψηλά