ψηλά

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψηλά < ψηλός

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

ψηλά

  1. (τοπικά) σε μεγάλο ύψος
    το έβαλες πολύ ψηλά το βιβλίο και δεν το φτάνω, χρειάζομαι σκάλα
  2. (για ήχους) σε υψηλή συχνότητα
    είχε φωνή σοπράνο και έφτανε πολύ ψηλά
  3. (μεταφορικά) σε υψηλή θέση
    αυτό το παιδί θα φτάσει πολύ ψηλά (θα διακριθεί)

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • τον πήρε ψηλά τον αμανέ: έχει αποκτήσει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του
  • χέσε ψηλά κι αγνάντευε: (χυδαίο) σε έκφραση απογοήτευσης, απαισιοδοξίας

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

ψηλά