Μετάβαση στο περιεχόμενο

ψηλός

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ψήλος, ψιλός

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ψηλός η ψηλή το ψηλό
      γενική του ψηλού της ψηλής του ψηλού
    αιτιατική τον ψηλό την ψηλή το ψηλό
     κλητική ψηλέ ψηλή ψηλό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ψηλοί οι ψηλές τα ψηλά
      γενική των ψηλών των ψηλών των ψηλών
    αιτιατική τους ψηλούς τις ψηλές τα ψηλά
     κλητική ψηλοί ψηλές ψηλά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ψηλός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ψηλός < αρχαία ελληνική ὑψηλός < ὕψος. Παραβάλετε υψηλός.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /psiˈlos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ψηλός
ομόηχο: ψιλός
τονικά παρώνυμα: ψήλος, ψύλλος

Επίθετο

[επεξεργασία]

ψηλός, -ή, -ό

  1. (για άνθρωπο ή άλλο ζωντανό ον) που έχει μεγάλο ανάστημα
  2. (για αντικείμενο) που έχει μεγάλο ύψος
      Τόνισα στον μικρό πρίγκιπα ότι τα μπαομπάμπ δεν είναι θάμνοι, αλλά δέντρα ψηλά σαν εκκλησιές κι ότι ακόμα κι αν έφερνε μαζί του ένα κοπάδι ελέφαντες, αυτό το κοπάδι δεν θα μπορούσε να τα βάλει ούτε μ' ένα και μόνο μπαομπάμπ. (Αντουάν Ντε Σεντ - Εξιπερί, Ο Μικρός Πρίγκιπας, εκδ. Καρακώτσογλου, 2015)

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

όπως ενδεικτικά

Διαλεκτικοί τύποι

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]