ψηλός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ψήλος, ψιλός

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ψηλός ψηλή ψηλό
γενική ψηλού ψηλής ψηλού
αιτιατική ψηλό ψηλή ψηλό
κλητική ψηλέ ψηλή ψηλό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ψηλοί ψηλές ψηλά
γενική ψηλών ψηλών ψηλών
αιτιατική ψηλούς ψηλές ψηλά
κλητική ψηλοί ψηλές ψηλά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψηλός < μεσαιωνική ελληνική ψηλός < αρχαία ελληνική ὑψηλός < ὕψος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ψηλός, -ή, -ό

  1. (για άνθρωπο ή άλλο ζωντανό ον) που έχει μεγάλο ανάστημα
  2. (για αντικείμενο) που έχει μεγάλο ύψος

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Σημείωση[επεξεργασία]

Αν & προφορικά δεν υπάρχει διαφορά, δεν πρέπει να συγχέεται με τον ψιλό (λεπτό, λιγνό)

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]