ψηλός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | ψηλός | η | ψηλή | το | ψηλό |
| γενική | του | ψηλού | της | ψηλής | του | ψηλού |
| αιτιατική | τον | ψηλό | την | ψηλή | το | ψηλό |
| κλητική | ψηλέ | ψηλή | ψηλό | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | ψηλοί | οι | ψηλές | τα | ψηλά |
| γενική | των | ψηλών | των | ψηλών | των | ψηλών |
| αιτιατική | τους | ψηλούς | τις | ψηλές | τα | ψηλά |
| κλητική | ψηλοί | ψηλές | ψηλά | |||
| Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ψηλός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ψηλός < αρχαία ελληνική ὑψηλός < ὕψος. Παραβάλετε υψηλός.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /psiˈlos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ψη‐λός
- ομόηχο: ψιλός
- τονικά παρώνυμα: ψήλος, ψύλλος
Επίθετο
[επεξεργασία]ψηλός, -ή, -ό
Αντώνυμα
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]όπως ενδεικτικά
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] άνθρωπος ή ζώο με μεγάλο ανάστημα
αντικείμενο με μεγάλο ύψος
|
Πηγές
[επεξεργασία]- ψηλός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ψηλός - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Ομόηχα (νέα ελληνικά)
- Τονικά παρώνυμα (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)