ψηφοφόρος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ψηφοφόρος ψηφοφόροι
γενική ψηφοφόρου ψηφοφόρων
αιτιατική ψηφοφόρο ψηφοφόρους
κλητική ψηφοφόρε ψηφοφόροι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψηφοφόρος < ελληνιστική κοινή < ψῆφος +φέρω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ψηφοφόρος αρσενικό ή θηλυκό

  1. ο πολίτης που συμμετέχει σε μια ψηφοφορία
  2. αυτός που ψηφίζει υπέρ ενός κόμματος ή υποψηφίου
    οι ψηφοφόροι του κυβερνητικού κόμματος βγήκαν να πανηγυρίσουν για τη νίκη τους στις εκλογές


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]