ψιθυριστός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ψιθυριστός ψιθυριστή ψιθυριστό
γενική ψιθυριστού ψιθυριστής ψιθυριστού
αιτιατική ψιθυριστό ψιθυριστή ψιθυριστό
κλητική ψιθυριστέ ψιθυριστή ψιθυριστό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ψιθυριστοί ψιθυριστές ψιθυριστά
γενική ψιθυριστών ψιθυριστών ψιθυριστών
αιτιατική ψιθυριστούς ψιθυριστές ψιθυριστά
κλητική ψιθυριστοί ψιθυριστές ψιθυριστά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψιθυριστός < ψιθυρίζω + -τός < αρχαία ελληνική ψιθυρίζω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ψιθυριστός, -ή, -ό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]