ψιλά

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψιλά < πληθυντικός ουδετέρου του επιθέτου ψιλός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /psi.ˈla/

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ψιλά ουδέτερο μόνο στον πληθυντικό

  1. χρηματικό ποσό μικρής αξίας
  2. κέρματα (από μη πολύτιμο κράμα ή μέταλλο και μικρής αξίας· μη συλλεκτικά, μη ονομαστικώς υψηλά κτλ.)
    συνώνυμα: λιανά
    αντώνυμα: χοντρά
  3. τα ψιλά των εφημερίδων: ειδήσεις δευτερεύουσας σημασίας που τυπώνονται με μικρότερα τυπογραφικά στοιχεία

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

ψιλά

  1. με ψιλό τρόπο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

ψιλά