ψιλικατζίδικο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ψιλικατζίδικο ψιλικατζίδικα
γενική ψιλικατζίδικου ψιλικατζίδικων
αιτιατική ψιλικατζίδικο ψιλικατζίδικα
κλητική ψιλικατζίδικο ψιλικατζίδικα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψιλικατζίδικο < ψιλικατζής + -ίδικο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ψιλικατζίδικο ουδέτερο

  1. κατάστημα που πουλάει ψιλικά (μικρής αξίας μικροπράγματα που είναι απαραίτητα στην καθημερινή ζωή) και συχνά εφημερίδες, τσιγάρα και αναψυκτικά


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]