ψιλοβρέχει

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψιλοβρέχει < ψιλο- + βρέχει

Ρήμα[επεξεργασία]

ψιλοβρέχει

  1. ψιχαλίζει

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]