Μετάβαση στο περιεχόμενο

ψιλοκιθαριστής

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ψῑλοκῐθᾰριστα-
ονομαστική ψιλοκιθαριστής οἱ ψιλοκιθαρισταί
      γενική τοῦ ψιλοκιθαριστοῦ τῶν ψιλοκιθαριστῶν
      δοτική τῷ ψιλοκιθαριστ τοῖς ψιλοκιθαρισταῖς
    αιτιατική τὸν ψιλοκιθαριστήν τοὺς ψιλοκιθαριστᾱ́ς
     κλητική ! ψιλοκιθαριστᾰ́ ψιλοκιθαρισταί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ψιλοκιθαριστᾱ́
γεν-δοτ τοῖν  ψιλοκιθαρισταῖν
1η κλίση, Κατηγορία 'ποιητής' όπως «ποιητής» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ψιλοκιθαριστής < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ψιλοκιθαριστής, -οῦ αρσενικό

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]