ψιλοκομμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ψιλοκομμένος ψιλοκομμένη ψιλοκομμένο
γενική ψιλοκομμένου ψιλοκομμένης ψιλοκομμένου
αιτιατική ψιλοκομμένο ψιλοκομμένη ψιλοκομμένο
κλητική ψιλοκομμένε ψιλοκομμένη ψιλοκομμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ψιλοκομμένοι ψιλοκομμένες ψιλοκομμένα
γενική ψιλοκομμένων ψιλοκομμένων ψιλοκομμένων
αιτιατική ψιλοκομμένους ψιλοκομμένες ψιλοκομμένα
κλητική ψιλοκομμένοι ψιλοκομμένες ψιλοκομμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψιλοκομμένος < ψιλοκόβω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ψιλοκομμένος, -η, -ο

  1. που έχει κοπεί σε πολλά μικρά κομμάτια

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]