ψιλοπράματα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ψιλοπράματα ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό
- → δείτε τη λέξη ψιλοπράγματα
ψιλοπράματα ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό