ψιλο-

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψιλο- < ψιλός


Open book 01.svg Πρόθημα[επεξεργασία]

ψιλο- ή ψιλό-

α΄ συνθετικό λέξεων που δηλώνει ότι κάτι:
  1. υπάρχει ή γίνεται σε μικρά κομμάτια
  2. προκύπτει μετά από προσεκτική επεξεργασία
  3. έχει μικρές διαστάσεις
  4. έχει μικρή σημασία
  5. γίνεται σε μικρό βαθμό

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]