ψιλωτικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ψιλωτικός ψιλωτική ψιλωτικό
γενική ψιλωτικού ψιλωτικής ψιλωτικού
αιτιατική ψιλωτικό ψιλωτική ψιλωτικό
κλητική ψιλωτικέ ψιλωτική ψιλωτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ψιλωτικοί ψιλωτικές ψιλωτικά
γενική ψιλωτικών ψιλωτικών ψιλωτικών
αιτιατική ψιλωτικούς ψιλωτικές ψιλωτικά
κλητική ψιλωτικοί ψιλωτικές ψιλωτικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψιλωτικός < ελληνιστική κοινή ψιλωτικός < ψιλόω < ψιλός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ψιλωτικός, -ή, -ό

  1. (γλωσσολογία) ο σχετικός με το γλωσσολογικό φαινόμενο της ψίλωσης
    οι ψιλωτικές διάλεκτοι της ελληνικής ήταν η Λεσβιακή και η Ιωνική, όπου σχεδόν εξαρχής απωλέσθηκε το αρχικό χι στην προφορά των λέξεων
  2. που μπορεί να επιφέρει αποψίλωση σε δάση ή αλλού

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]