ψιλός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ψίλος, ψηλός

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ψιλός ψιλή ψιλό
γενική ψιλού ψιλής ψιλού
αιτιατική ψιλό ψιλή ψιλό
κλητική ψιλέ ψιλή ψιλό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ψιλοί ψιλές ψιλά
γενική ψιλών ψιλών ψιλών
αιτιατική ψιλούς ψιλές ψιλά
κλητική ψιλοί ψιλές ψιλά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψιλός < μεσαιωνική ελληνική < αρχαία ελληνική ψιλός("αποψιλωμένος") < ψάω και ψίω (ψαύω, τρίβω)
γραμματική: < ελληνιστική κοινή ψιλός
νομικά: < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική nue-proprieté[1]

Επίθετο[επεξεργασία]

ψιλός, -ή, -ό

  1. λεπτός
    έπεφτε ψιλή βροχή· κόβω το μήλο σε ψιλές φέτες
  2. (για ήχους) λεπτός σαν παιδικός (παραβάλετε με ψηλός)
    έχει πολύ ψιλή φωνή
  3. (γραμματική) ψιλά σύμφωνα της αρχαίας ελληνικής: τα σύμφωνα κ, π, τ, τα σύγχρονα άηχα κλειστά
  4. (νομική) ψιλή κυριότητα: το να έχει κάποιος μια ιδιοκτησία χωρίς να μπορεί να καρπώνεται και τα οικονομικά οφέλη που μπορεί να αποφέρει, την επικαρπία
  5. (στρατιωτικός όρος) ψιλοί (στρατιώτες): στην αρχαιότητα, οι στρατιώτες που δεν έφεραν βαρύ οπλισμό
  6. (ηχοληψία, δημώδες) τα ψιλά, μικρού μήκους κύματος συχνότητες, υψηλές συχνότητες
  7. ο αποψιλωμένος

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • κούρεμα με την ψιλή: το πολύ κοντό και βαθύ κούρεμα των μαλλιών, συνώνυμο: "κούρεμα γουλί".
  • σε δουλεύει ψιλό γαζί: σε κοροϊδεύει επιδέξια και δεν το καταλαβαίνεις.
  • ψιλά γράμματα: οι λεπτομέρειες που δεν ενδιαφέρουν πολύ κόσμο και είναι συνήθως τυπωμένες με μικρά τυπογραφικά στοιχεία.
  • ψιλή κουβέντα: συνομιλία για καθημερινά πράγματα χωρίς ιδιαίτερη σημασία.

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψιλός < ψάω και ψίω

Επίθετο[επεξεργασία]

ψιλός,ή,όν

  1. άδενδρος
  2. άτριχος, φαλακρός
  3. άπτερος
  4. γυμνός από κάτι, ακάλυπτος γενικότερα, στερημένος από κάτι, δίχως κάτι που συνηθίζεται να συνοδεύει, σκέτος
    ο ψιλός λόγος : ο πεζός λόγος
    ψιλή ποίησις : χωρίς τη συνοδεία μουσικής
    ψιλή κιθάρισις : μουσική χωρίς τη συνοδεία άσματος
  5. στον πληθυντικό το αρσενικό, οι ψιλοί, ως ουσιαστικό, για τους σχετικά ελαφρώς οπλισμένους στρατιώτες (με τόξα ή σφενδόνες)
  6. ελληνιστική κοινή (γραμματική) ψιλά σύμφωνα κ, π, τ

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]