ψιμυθιόω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψιμυθιόω < ψιμύθιον (< υποκοριστικό του ψίμυθ(ος) + jω)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ψιμυθιόω-ψιμυθιῶ

  1. αλείφω με ψιμύθιο, φτιασιδώνω


Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]