ψιτ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψιτ < (ηχομιμητική λέξη)

Επιφώνημα[επεξεργασία]

ψιτ (λαϊκότροπο)

  1. χρησιμοποιείται ως κλητικό επιφώνημα, προκειμένου να φωνάξουμε κάποιον
    έι, ψιτ, για έλα εδώ!

Μεταφράσεις[επεξεργασία]