ψιττακός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ψιττακός οι ψιττακοί
      γενική του ψιττακού των ψιττακών
    αιτιατική τον ψιττακό τους ψιττακούς
     κλητική ψιττακέ ψιττακοί
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψιττακός < ελληνιστική κοινή ψιττακός < αρχαία ελληνική ψιττάκη

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ψιττακός αρσενικό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ψιττακός ψιττακώ ψιττακοί
Γενική ψιττακοῦ ψιττακοῖν ψιττακῶν
Δοτική ψιττακ ψιττακοῖν ψιττακοῖς
Αιτιατική ψιττακόν ψιττακώ ψιττακούς
Κλητική ψιττακέ ψιττακώ ψιττακοί

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψιττακός < αρχαία ελληνική ψιττάκη

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ψιττακός αρσενικό

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]