ψοφοδεής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ψοφοδεής ψοφοδεής ψοφοδεές
γενική ψοφοδεούς ψοφοδεούς ψοφοδεούς
αιτιατική ψοφοδεή ψοφοδεή ψοφοδεές
κλητική ψοφοδεή(ς) ψοφοδεής ψοφοδεές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ψοφοδεείς ψοφοδεείς ψοφοδεή
γενική ψοφοδεών ψοφοδεών ψοφοδεών
αιτιατική ψοφοδεείς ψοφοδεείς ψοφοδεή
κλητική ψοφοδεείς ψοφοδεείς ψοφοδεή

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψοφοδεής < αρχαία ελληνική < ψόφος (θόρυβος) + δέος (φόβος): αυτός που φοβάται με τον παραμικρό θόρυβο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ψοφοδεής, -ής, -ές

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]